Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Jeaniene Frost - Halfway to the Grave

Κατά κοινή ομολογία, το War for the Oaks της Emma Bull είναι το πρώτο urban fantasy μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε. Ήταν πρωτοποριακό και φιλοδοξούσε να μεταφέρει το φανταστικό από τη Μέση Γη στο σύγχρονο κόσμο, διατηρώντας παράλληλα το επικό στοιχείο. Με άλλα λόγια, ουδεμία σχέση είχε με το τι εννοούμε σήμερα με τον όρο "urban fantasy". Παρότι το βιβλίο της Emma Bull δεν διατηρεί σήμερα τη δυναμική του, παρότι υπάρχουν πλέον καλύτερα και περισσότερα δείγματα στο είδος, είναι χρήσιμο να έχει κανείς στο νου του το τις απαρχές προκειμένου να μπορεί να εντοπίσει και να κατανοήσει την εξέλιξη. Ο μεταφυσικός ερευνητής ως ιδέα δεν ήταν κάτι ξένο όταν κυκλοφόρησε το War for the Oaks. Για την ακρίβεια, προϋπήρχε του urban fantasy -ο John Silence του Algernon Blackwood είναι μόνο ένα από τα παραδείγματα. Και μετά ήρθαν βιβλία όπως το Sunglasses After Dark και το Guilty Pleasures και άνοιξαν το δρόμο για να λάβουν τη μορφή τους τόσο το σύγχρονο urban fantasy όσο και το έτερο υβρίδιο που έχει επικρατήσει να ονομάζουμε paranormal romance. Είναι σε βιβλία όπως αυτά που ο μεταφυσικός ερευνητής μετατρέπεται σε κυνηγό επικυρηγμένων και μεταφυσικό πλάσμα ταυτόχρονα. Υιοθετώντας στοιχεία από το νουάρ μυθιστόρημα, μυθιστορήματα όπως τα προαναφερθέντα παρουσίασαν σκληρές, μοναχικές ηρωίδες που πολεμούσαν ενάντια στον κόσμο ολόκληρο, έχοντας τη δική τους διεστραμμένη αίσθηση τιμής και δικαιοσύνης. Ήταν σαρκαστικές και αμείλικτες και κυνηγούσαν πλάσματα που ζούσαν στο σκοτάδι και τρέφονταν από την ανθρωπότητα. Βέβαια, το Sunglasses After Dark ήταν ένα βιβλίο τρόμου, αλλά είμαι βέβαιη πως πολλοί θα εκπλησσόσασταν αν σας έλεγα πως υπήρξε τεράστια επίδραση στο χώρο, τόσο για το RPG Vampire: the Masquerade και το γενικότερο World of Darkness της White Wolf όσο και για δύο αγαπημένες τηλεοπτικές σειρές, τα Buffy, the Vampire Slayer και Angel του Joss Whedon. To Guilty Pleasures της Laurell K. Hamilton ήρθε λίγο αργότερα και, πατώντας σε μια παρόμοια συνταγή, άλλαξε δραματικά το fantasy, το horror και το crime δημιουργώντας το κράμα που αναγνωρίζουμε σήμερα ως urban fantasy. Και η αλήθεια είναι πως, ό,τι κι αν έχετε ακούσει ή διαβάσει για την κυρία Hamilton, τα πρώτα βιβλία με πρωταγωνίστρια την Anita Blake ήταν απολαυστικά και πρωτοπόρα. Φυσικά, η ίδια συγγραφέας ευθύνεται και για τη σταδιακή αύξηση του ρομαντικού στοιχείου στο urban fantasy, με αποτέλεσμα το paranormal romance. Να τονίσω, στο σημείο αυτό, πως γενικά δεν συμπαθώ πολύ τις ετικέτες. Ο όρος paranormal romance είναι, επί της ουσίας, διαφημιστικό κόλπο για να πουλήσουν οι εκδοτικοί οίκοι φανταστική λογοτεχνία σε εκπροσώπους του γυναικείου φύλου που υπό άλλες συνθήκες δεν θα ασχολούνταν με το εν λόγω είδος. Από την άλλη, το urban fantasy έχει υπόσταση ως ορολογία κι αυτό διότι μέσα από τον ίδιο του τον τίτλο (urban) επεξηγεί τον εαυτό του. Όσοι έχετε διαβάσει καλό urban fantasy μπορείτε να καταλάβετε πολύ καλά τι ακριβώς εννοώ. Στο καλό urban fantasy, η πόλη στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία είναι ένας ακόμη χαρακτήρας, έχει υπόσταση και προσωπικότητα όπως όλοι οι υπόλοιποι ήρωες και ο αναγνώστης δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τη συγκεκριμένη ιστορία να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε άλλη πόλη. Ανεξάρτητα όμως από όλα αυτά, η καλή λογοτεχνία είναι καλή ανεξαρτήτως είδους και, ως τέτοια, οφείλουμε να την εκτιμάμε. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και για την κακή. Το Halfway to the Grave, λοιπόν, είναι κακή λογοτεχνία. 

Η Cat είναι μισή βρικόλακας και μισή άνθρωπος, καθώς ένας βρικόλακας βίασε τη μαμά της όταν ήταν δεκαοχτώ και την άφησε έγκυο. Από τότε που έμαθε την αλήθεια για την καταγωγή της, η Cat ξεκίνησε να κυνηγάει βρικόλακες προκειμένου να καθαρίσει τον κόσμο από αυτή τη μάστιγα. Μέχρι που συναντάει τον Bones, ο οποίος της κάνει μια πρόταση που δεν μπορεί να αρνηθεί. Από εκεί και κάτω ακολουθούν 384 σελίδες κυνηγητού, σεξουαλικών περιπτύξεων και ερωτικών εξομολογήσεων. 

Η πρωταγωνίστρια είναι το πρώτο πράγμα που μίσησα στο βιβλίο αυτό. Είναι 22 χρονών, δεν έχει κινητό, δεν έχει ενδιαφέροντα, δεν έχει φίλους, δεν δουλεύει, δεν σπουδάζει, μένει με τους παππούδες της σε μια φάρμα και κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με τη μάνα της. Επίσης, δεν έχει βρίσει ποτέ στη ζωή της, έχει κάνει σεξ μόνο μία φορά με έναν τύπο που την παράτησε την επόμενη μέρα και δεν έχει αυνανιστεί ποτέ. Η μάνα της δεν την άφησε ποτέ να δει το "Interview with the Vampire" επειδή το θεωρούσε πολύ βίαιο, αλλά δεν είχε προφανώς κανένα πρόβλημα με τη Σιωπή των Αμνών ή το Δράκουλα (συμπεραίνω εγώ από το γεγονός ότι η Cat τα αναφέρει σαν να τα γνωρίζει). Η οικογένειά της είναι, όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, θρησκόληπτη και η Cat μεγάλωσε με τη ρετσινιά του μπάσταρδου και του εξώγαμου, ενώ οι πάντες κατέκριναν τόσο τη μητέρα της όσο και την ίδια ως ελευθέρων ηθών. Συν τοις άλλοις, δεν ντύνεται ούτε φέρεται θηλυκά γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν συνώνυμο της εκπόρνευσης (θεωρεί). Εν ολίγοις, έχουμε να κάνουμε με ένα χαρακτήρα παντελώς εξωπραγματικό, μη ρεαλιστικό και, σε μεγάλο βαθμό, γελοίο. 

Το δεύτερο απεχθές πράγμα στο Halfway to the Grave είναι η νοοτροπία Μαντόνας-πόρνης που το διακατέχει. Τεκμήριο 1: η πρωταγωνίστρια γκρινιάζει όλη την ώρα επειδή πρέπει να ντύνεται σαν πόρνη για να αποτελεί ελκυστικό δόλωμα για τους βρικόλακες. Τεκμήριο 2: τη μοναδική ελκυστική σε εμφάνιση γυναίκα που η πρωταγωνίστρια συναντά σε ολόκληρο το βιβλίο τη θεωρεί επίσης ελευθέρων ηθών. Τεκμήριο 3: οι άλλες δύο γυναίκες που εμφανίζονται στην ιστορία μας είναι μεγαλύτερες σε ηλικία, μητρικές φιγούρες είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά και είχαν πέσει θύματα κακοποίησης από άντρες. Τεκμήριο 4: η πρωταγωνίστρια δηλώνει περισσότερες από μία φορές την πεποίθησή της ότι το να επιδοθεί σε συγκεκριμένες ερωτικές περιπτύξεις με το σύντροφό της την καθιστά πόρνη. Τεκμήριο 5: ολόκληρο το μυθιστόρημα, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, αποτελεί επί της ουσίας το ημερολόγιο μιας groupie για τον βρικόλακα που ερωτεύτηκε, χωρίς να έχει ουσιαστική πλοκή ή ουσιαστική ανάπτυξη χαρακτήρων -εκτός από το συγκεκριμένο βρικόλακα, εννοείται. Πραγματικά αηδίασα. Κάποια πράγματα που διάβασα σ'αυτές τις 384 σελίδες με έκαναν να σιχαθώ που υπάρχουν γυναίκες οι οποίες όχι μόνο έχουν πιο σεξιστικές απόψεις από σεξιστές άντρες εκεί έξω, αλλά εκδίδουν και βιβλία τα οποία διαβάζουν άλλες γυναίκες και θεωρούν ότι προωθούν σωστά γυναικεία πρότυπα. Θα ήθελα να σημειώσω εδώ ότι το να βάζεις τη γυναίκα πρωταγωνίστριά σου να έχει μαύρη ζώνη σε πέντε πολεμικές τέχνες και να πετάει δύο έξυπνες ή bitchy ατάκες στον εκάστοτε άντρα που της την πέφτει δεν αρκεί για να την κάνεις ενδιαφέρουσα. Και θα σας παραπέμψω σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο σχετικά με τα αρνητικά της έκφρασης "δυνατός γυναικείος χαρακτήρας" στην τέχνη. 

Το τρίτο απεχθές πράγμα: η συγγραφέας του Halfway to the Grave πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι δεν χρειάζεται ο αναγνώστης να γνωρίζει τα πάντα. Δεν με ενδιαφέρει αν η πρωταγωνίστρια δεν έχει χαρτί να σκουπιστεί στην τουαλέτα (αυτό παρεμπιπτόντως συμβαίνει στο βιβλίο, δεν το βγάζω από το μυαλό μου) ούτε αν ο πρωταγωνιστής έχει τόσο υπερευαίσθητη μύτη που μπορεί να μυρίσει πότε έχει περίοδο (επίσης συμβαίνει). Δεν το βρίσκω ρεαλιστικό ούτε χιουμοριστικό, το βρίσκω αντιαισθητικό και με ενοχλεί. Κι έχω διαβάσει μερικά πολύ ενοχλητικά πράγματα στη ζωή μου. Θέλω να πω, έχω διαβάσει ένα βιβλίο για έναν κανίβαλο κι ένα νεκρόφιλο serial killer που γνωρίζονται, ερωτεύονται και κάνουν δολοφονίες μαζί -μιλάω φυσικά για το εξαιρετικό Exquisite Corpse της Poppy Z. Brite. Αλλά, όπως όλα τα πράγματα στη λογοτεχνία, έτσι κι αυτό έχει να κάνει με τη σωστή ή τη λάθος εφαρμογή της τέχνης του λόγου. Εκεί που ο απαράμιλλος λυρισμός της Brite σε μαγνητίζει και σε κάνει να απολαμβάνεις τις πιο φρικιαστικές σκηνές που μπορεί να βάλει ο νους, η πεζότητα της Frost κάνει κάτι τόσο μικρό και ασήμαντο να φαντάζει ως το πιο ακαλαίσθητο πράγμα του σύμπαντος. 

Για να συνεχίσουμε με τα αρνητικά, όμως, δεν υπάρχουν καθόλου περιγραφές χώρων. Και δεν υπερβάλλω σ'αυτό, ολόκληρο σχεδόν το βιβλίο διαδραματίζεται σε μία σπηλιά, το εσωτερικό σπιτιών που δεν έχουμε ιδέα πώς μοιάζουν και το εσωτερικό αυτοκινήτων. Η πόλη δεν υπάρχει σαν ξεχωριστή οντότητα, κάτι που, όπως εξήγησα παραπάνω, είναι εξαιρετικά σημαντικό στο urban fantasy. Η αίσθηση του χώρου δεν υφίσταται εδώ και είναι προφανές ότι η συγγραφέας δεν κατέβαλε την παραμικρή προσπάθεια να χτίσει τον κόσμο που φιλοδοξεί να παρουσιάσει. Το πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση όχι απλά δεν εξυπηρετεί καθόλου αλλά, αντιθέτως, σε κάνει να μισήσεις την ηρωίδα ακόμη περισσότερο. Οι σκηνές δράσης είναι επιεικώς ανόητες. Υποτίθεται πως ο Bones συνεργάζεται με την Cat επειδή οι βρικόλακες δεν την καταλαβαίνουν ενώ τον ίδιο ναι. Υποτίθεται, επίσης, πως η Cat συνεργάζεται με τον Bones επειδή δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους ισχυρούς βρικόλακες, ενώ εκείνος ναι. Φυσικά, η Cat σκοτώνει τους αρχαίους σαν να ήταν μύγες κι ο Bones καταλήγει απλά να εξαφανίζει τα πτώματα. Αλλά αυτό που κάνει τις σκηνές δράσης ανόητες δεν είναι το γεγονός ότι το μυθιστόρημα αναιρεί τον εαυτό του. Είναι το πόσο εύκολα και χωρίς αντίσταση πεθαίνουν όλοι και πόσο μη ρεαλιστικές είναι οι ακολουθίες κινήσεων της ηρωίδας. 

Κράτησα το καλύτερο για το τέλος. Ο μεγάλος ανταγωνιστής της ιστορίας είναι ένας τρομερός και φοβερός, επικίνδυνος βρικόλακας ο οποίος έχει ανοίξει...σουβλατζίδικο για άλλους βρικόλακες. Δεν κάνω πλάκα. Είσαι απέθαντος; Βαριέσαι να βγεις για κυνήγι; Παίρνεις τηλέφωνο αυτόν τον τύπο ή κάποιο τσιράκι του και σου φέρνουν φαγητό στο σπίτι. Οφείλω να ομολογήσω πως, παρακάτω, όλη αυτή η ιδέα περιγράφεται κάπως καλύτερα και δεν φαντάζει τόσο ηλίθια ούτε τόσο γελοία. Το πρόβλημα είναι πως η αρχική επαφή του αναγνώστη με το σατανικό σχέδιο του villain είναι αυτή: delivery για βρικόλακες. Πώς να το ξεπεράσει μετά ο αναγνώστης αυτό; 

Το μοναδικό πράγμα που αξίζει στο Halfway to the Grave είναι ο Bones κι αυτό γιατί, στην πραγματικότητα, δεν τον έγραψε η Jeaniene Frost αλλά ο Joss Whedon. Οποιοσδήποτε έχει δει έστω και ένα επεισόδιο Buffy θα αναγνωρίσει αμέσως τον Spike στο πρόσωπο του Bones. Από τη συμπεριφορά, το στήσιμο, τον τρόπο που μιλάει μέχρι και τις ατάκες και τη Βρετανική προφορά, ο Bones είναι μια ξεκάθαρη αντιγραφή του χαρακτήρα που δημιούργησε ο Whedon. Κι είναι ωραίος, καλογραμμένος, έχει ενδιαφέρον...όμως δεν έχει καμία θέση σε μια ιστορία όπως αυτή. 

Με μια φράση: μην το διαβάσετε. 

1 σχόλιο:

Larva είπε...

Αυτα ειναι επιτελους ! ενα βιβλιο ετοιμο να πατησει στην ηλιθιοτητα του σιχαμενου και απαραδεκτου Twilight saga! Φυσικα και δεν θα διαβασω μια τετοια σκατιλα και να εισαι καλα που ειχες το κουραγιο και την αντοχη να το κανεις εσυ γαι μενα :) Τελικα δεν εισαι μονο καλη στις αναλυσεις αλλα και σωτηρας !!!!Ελπιζω το επομςνο βιβλιο που θα διαβασεις να ειναι καλυτερο :)